εκρυθμία


εκρυθμία
η
η κατάσταση τού έκθυμου, η διατάραξη μιας ομαλής κατάστασης, ιδίως τής δημόσιας τάξης, η ανώμαλη κατάσταση.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.